Βρίσκοντας λύσεις για την εκμηχάνιση της καλλιέργειας σε υψίπεδα. - LIFE TERRACESCAPE

Βρίσκοντας λύσεις για την εκμηχάνιση της καλλιέργειας σε υψίπεδα.

11.06.2021

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μία περίληψη/απόδοση στα ελληνικά, έρευνας που έγινε από μία ομάδα Ιταλών ερευνητών  με επικεφαλής τον Walter Franco, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Development Engineering και συγκεκριμένα στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S235272852030004X

Η περιοχή προς εξέταση, το Πιεμόντε της Ιταλίας, έχει κοινό χαρακτηριστικό με το Terracescape την καλλιέργεια σε αναβαθμίδες. Από αυτή την ιδιαίτερη συνθήκη αναδύονται προβληματισμοί ως προς την αξιοποίηση και εκμηχάνιση παρόμοιων εκτάσεων στη σύγχρονη εποχή, ώστε όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι να βρουν καινοτόμες και εφαρμόσιμες λύσεις στην εκτέλεση των καλλιεργητικών εργασιών, ξεπερνώντας τα εμπόδια που προκύπτουν από τους περιορισμούς που βάζει η περιορισμένη επιφάνεια γης για μανούβρες, οι απότομες κλίσεις, το πετρώδες έδαφος και τα ορεινά χαρακτηριστικά του τόπου. Η επιστήμη της μηχανολογίας όταν συνδυάζεται με έρευνα, συμμετοχικές διεργασίες που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τον τελικό χρήστη αλλά και τη γνώση, την εμπειρία και την επιτυχία παλιών μεθόδων και κατασκευών, δείχνει ότι είναι σε θέση να επανεφεύρει τα κατάλληλα μηχανήματα από υλικά που απαντώνται στην περιοχή και έχουν λογικό κόστος.

 

Απόδοση του κειμένου

Το έγγραφο παρουσιάζει τα αποτελέσματα συμμετοχικής εργασίας στο πεδίο με σκοπό το σχεδιασμό και την ανάπτυξη κατάλληλων μηχανημάτων για την άσκηση της γεωργίας σε ορεινές περιοχές. Ισχυριζόμαστε ότι η ορεινή γεωργία παράγει μορφές καινοτομίας, μικρής κλίμακας, οι οποίες αναπτύσσονται και χρησιμοποιούνται για να λύσουν πρακτικά προβλήματα που αντιμετωπίζονται στην καθημερινή διαχείριση της παραγωγικής διαδικασίας. Δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές έξω από τα όρια του κτήματος, αφού συχνά δεν ακολουθούν κανόνες της αγοράς και συνήθως εμπλέκουν τεχνολογίες που συνδέονται με δεξιότητες και ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά (Ploeg. 2018). Αυτές οι μικρής κλίμακας καινοτομίες παρουσιάζουν τοπο-κεντρικό χαρακτήρα (δηλαδή είναι ισχυρά συνδεδεμένες με τον τόπο δημιουργίας τους) και αποδίδουν την αξία που δημιουργούν στον ίδιο τόπο που τη δημιούργησε. Όπως θα υποστηρίξουμε και στη συνέχεια, οι μικρο-καινοτομίες απαιτούν μία προσέγγιση εστιασμένη στο χρήστη η οποία υπογραμμίζει το ρόλο κλειδί της συμμετοχικής διαδικασίας ανάπτυξης.

Σε 53 χώρες σε όλο τον κόσμο η ορεινή έκταση αντιπροσωπεύει το 50% της συνολικής εθνικής επικράτειας. Σε άλλες 46 χώρες αυτή η έκταση καλύπτει ένα ποσοστό μεταξύ 25% - 50%, ενώ σε πολλές χώρες οι ορεινές περιοχές παίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο ως αποθήκες νερού ακόμα κι αν η αναλογία τους ως ποσοστό της γης που καλύπτουν είναι πολύ μικρότερη.

Στην Ιταλία οι λοφώδεις περιοχές υπολογίζονται στο 47,5% της χώρας και κατοικούνται από το 1/5 του πληθυσμού της χώρας (FAO, 2014). Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο διαδοχικά κύματα δημογραφικής και οικονομικής δυσχέρειας οδήγησαν αυτές τις περιοχές σε φθίνουσα πορεία υποδομών και υπηρεσιών. Η έξοδος εργατικού δυναμικού από τα ορεινά στις βιομηχανικές περιοχές που βρίσκονταν στα πεδινά οδήγησε σε μείωση του πληθυσμού και την επακόλουθη εγκατάλειψη της γεωργίας, υλοτομίας και της κτηνοτροφίας, το οποίο με τη σειρά του είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της χρησιμοποιούμενης αγροτικής γης. Μεταξύ των ετών 1971 και 2011, η συνολική αγροτική γη σε χρήση συρρικνώθηκε περισσότερο από 25% με τη μεγαλύτερη μείωση (33%) να λαμβάνει χώρα σε ορεινές περιοχές. Η ερήμωση αυτή μαζί με την παρακμή της γεωργίας συνοδεύτηκε από απώλεια Δημόσιων Υπηρεσιών και περικοπές δημοσίων εξόδων σε υποδομές και συντήρηση επίγειων δικτύων. Οι δυσχέρειες που δημιούργησαν όλα τα παραπάνω στην καθημερινή ζωή των κατοίκων αυτών των περιοχών, οδήγησαν όλο και περισσότερους ανθρώπους στο να απομακρυνθούν προκαλώντας βαθύτερη διάβρωση στις τοπικές κοινωνίες.

Οι πιο πρόσφατες μελέτες (Cerea and Marcatoni et al., 2016; Marcantoni and Vetritto, 2018) τονίζουν ότι αυτά τα προβλήματα δεν ήταν αναπόφευκτα και κάποιες περιοχές κατάφεραν να αποφύγουν τη δημογραφική συρρίκνωση. Μεταξύ των ετών 1951 και 2011, δύο ορεινές περιοχές το Trentino-Alto Adige στα βόρειο-ανατολικά και η Valle DAosta στα βόρειο -δυτικά της χώρας (Ιταλία) κατέγραψαν αύξηση του πληθυσμού τους κατά 41% και 36% αντίστοιχα. Αυτό υποδεικνύει ότι όπου αναζητήθηκαν ενεργά λύσεις για την άσκηση της γεωργίας, οι ορεινές περιοχές μπορούν να προκόψουν παρά τους φυσικούς περιορισμούς (Sotte, Carbone and Corsi, 2005).

Οι ορεινές περιοχές χαρακτηρίζονται από σοβαρούς περιορισμούς στις χρήσεις γης ή όπου οι δυσκολίες κατεργασίας του εδάφους καθιστούν αδύνατη την αύξηση της καλλιεργούμενης έκτασης (FAO, 2013). Στην πραγματικότητα αυτοί οι παράγοντες, οι οποίοι αυξάνουν το κόστος παραγωγής και περιορίζουν την αποδοτικότητα, προστίθενται στις κλιματικές και καιρικές συνθήκες οι οποίες μειώνουν την καλλιεργητική περίοδο. Τέλος η μορφολογία των ορεινών περιοχών με τις αναβαθμίδες ή τις απότομες πλαγιές περιορίζει ή απαγορεύει τη χρήση μηχανημάτων.

Σε όλες σχεδόν τις ορεινές περιοχές, η γεωργία, η κτηνοτροφία και η δασοκομία αποτελούν κλειδιά όχι μόνο για την οικονομία αλλά και για μια σειρά θετικών επιπτώσεων περιβαλλοντικού και κοινωνικο-πολιτισμικού χαρακτήρα. Τέτοιες είναι η προστασία της περιοχής και η διατήρηση της παράδοσης και των οικοσυστημάτων. Κάθε ορεινή περιοχή έχει αναπτύξει το δικό της ιδιαίτερο τρόπο γεωργίας και κτηνοτροφίας, ως αποτέλεσμα περιβαλλοντικών και πολιτισμικών παραγόντων. Αυτό που έχουν κοινό όλες αυτές οι οικονομικές δραστηριότητες είναι ότι κατά κύριο λόγο είναι οικογενειακές επιχειρήσεις, όπου η οικογένεια και το αγρόκτημα συνδέονται στενά, συν-εξελίσσονται και συνδυάζουν οικονομικές, περιβαλλοντικές, κοινωνικές και πολιτισμικές λειτουργίες. Αυτό, όπως περιγράφεται και παρακάτω, συχνά βασίζεται στην ενσωμάτωση πολλών πηγών εισοδήματος, από τη διαφοροποίηση των καλλιεργειών και ένα συνδυασμό δασοπονίας, κτηνοτροφίας και άλλων δραστηριοτήτων οι οποίες δεν είναι καθαρά αγροτικές, όπως η οικοτεχνία (δημιουργία εδεσμάτων) και η φιλοξενία (πολύ-λειτουργικά αγροκτήματα). Συχνά οι πολλαπλές πηγές εισοδήματος συνδυάζονται με μερική απασχόληση στη γεωργία με αρκετά μέλη της οικογένειας να έχουν κάποια εργασία εκτός του αγρού. Αυτή η μορφή απασχόλησης κυριαρχεί παγκοσμίως μετρώντας 30% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Το πρώτο σημαντικότερο στοιχείο που προκύπτει κατά την εξέταση της οικογενειακής γεωργικής επιχείρησης σε ορεινές περιοχές είναι η μειωμένη διαθεσιμότητα παραγωγικής γης.  Επιπλέον, η έλλειψη κατάλληλων μηχανημάτων (μικρές εκτάσεις, απότομες κλίσεις, μικρά μεγέθη) προσθέτει ισχυρούς περιορισμούς στην παραγωγικότητα. Επομένως, η πλήρης μηχανοποίηση της παραγωγής, στις ορεινές περιοχές οι οποίες δεν είναι εντατικής μορφής, δεν αποτελεί κατάλληλη λύση.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η γεωργική και κτηνοτροφική δραστηριότητα παρουσιάζουν διαφορετική κατανομή στα πεδινά από ότι στα ορεινά. Το ποσοστό των αγροκτημάτων που ασκούν κτηνοτροφία είναι τριπλάσιο στις ορεινές περιοχές ενώ η καλλιέργεια της γης είναι υψηλότερη στα πεδινά. Άλλες εξειδικεύσεις που φαίνεται να έχουν ελαφρύ προβάδισμα σε ορεινές περιοχές αφορούν την πολυ-καλλιέργεια (σε αντίθεση με τη μονο-καλλιέργεια) και τον συνδυασμό γεωργικών πρακτικών. Αυτά τα δεδομένα δίνουν έμφαση στη μέγιστη αξιοποίηση των πόρων που βρίσκονται σε έλλειψη και τον κατάλληλο συνδυασμό διαφορετικών πόρων μειώνοντας τον οικονομικό κίνδυνο. Η ορεινή κτηνοτροφία αποδίδει πολύ λιγότερο από την κτηνοτροφία σε πεδινές περιοχές, όμως αν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη τεχνολογία η οικονομική απόδοση των ορεινών αγροκτημάτων θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική.

Αξίζει να επισημανθεί ότι τα ορεινά αγροκτήματα, μικρότερα, λιγότερο παραγωγικά και λιγότερο εξοπλισμένα με τεχνολογικά και οικονομικά μέσα, ωθούνται προς καθετοποίηση παραγωγής, διαφοροποίηση παραγωγής, πολύ-λειτουργικότητα και επέκταση δραστηριοτήτων σε πολλούς τομείς. Για το λόγο αυτό ο όρος «οικογενειακή αγροτική επιχείρηση» χρειάζεται να εξειδικευθεί και να επεξεργαστεί καλύτερα. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους προσπαθούν να ελέγξουν την αβεβαιότητα της αγοράς και να διευρύνουν τα όρια της. Αυτή η προσπάθεια είναι απόλυτα συμβατή με την παραγωγή βασισμένη στην ποιότητα, οικονομική στρατηγική η οποία συνδέει την αξία του προϊόντος με την «αύρα» των βουνών στο μάτι του καταναλωτή.

Πρόσφατα το Πιεμόντε (Piedmont) έγινε τόπος αυξημένου ενδιαφέροντος για τις παραδοσιακές ποικιλίες σπόρων και άλλων ντόπιων καλλιεργειών όπως η κάνναβη και το φαγόπυρο, τα οποία είναι καλά προσαρμοσμένα στο κλίμα της περιοχής, το υψόμετρο και τα εδαφικά χαρακτηριστικά. Έτσι χρειάζονται λιγότερο πότισμα, λιγότερα εντομοκτόνα και συνεπώς είναι καταλληλότερα για βιολογική γεωργία.

Το Πιεμόντε είναι η περιοχή όπου ξεκίνησε το κίνημα της «αργής τροφής» (slow food movement) και εκεί όπου άνοιξε το πρώτο εμπορικό κέντρο υψηλής ποιότητας τροφών Eataly. Είναι μία περιοχή όπου η αγροτική παραγωγή σε ορεινές και λοφώδης περιοχές επιβιώνει μαζί με την εντατική γεωργία των πεδιάδων. Το Πιεμόντε μαζί με την Τοσκάνη είναι περιοχές κλειδιά για την οινοπαραγωγή και τις εξαγωγές τροφίμων ποιότητας. Με αυτά τα δεδομένα, η τεχνολογία και η χρήση κατάλληλων μηχανημάτων παίρνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Η προσπάθεια να σχεδιαστούν και να κατασκευαστούν οι κατάλληλες τεχνολογίες σκοπεύει στην ανάπτυξη σχετικά απλών, ενεργειακά αποτελεσματικών, μικρής κλίμακας εργαλείων, χρησιμοποιώντας που είναι εύκολα διαθέσιμα στην περιοχή.

Οι κατάλληλες τεχνολογίες πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψιν τους την περιοχή για την οποία προορίζονται και τον χρήστη (place-based, user-centered). Αυτού του τύπου η τεχνολογία περιλαμβάνει την ενδελεχή εξέταση των αναγκών του αγρότη (co-design methodology) και βασίζεται στην ανταλλαγή μεταξύ σχεδιαστών, χρηστών και της τοπικής κοινωνίας. Στη μεθοδολογία περιλαμβάνεται και ο επανασχεδιασμός αποτελεσματικών αρχαίων εργαλείων και επιπλέον αναζητά να μπολιάσει νέες τεχνολογίες πάνω σε παραδοσιακές λύσεις μέσω μιας διαδικασίας «τεχνολογικού υβριδισμού».

Στη συνέχεια δίνονται παραδείγματα μηχανημάτων που κατασκευάστηκαν από τους ίδιους τους αγρότες ή με τη βοήθειά τους, πολλές φορές βασιζόμενοι σε σχέδια και αρχές λειτουργίας παραδοσιακών εργαλείων. Επισημαίνεται η ικανότητα δημιουργίας καινοτομίας με την συνδυασμένη ικανότητα και γνώση των τελικών χρηστών που ζουν στον τόπο για τον οποίο προορίζονται τα μηχανήματα και έχουν πρακτικές γνώσεις, με τους ανθρώπους που έχουν τεχνολογικές γνώσεις. Καταλήγοντας στη σημασία της συμμετοχικής διαδικασίας σε όλα τα στάδια για ένα αποτέλεσμα με πολλές προεκτάσεις περιβαλλοντικές, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές, πολιτικές πέρα από την τεχνολογική.

Οι τεχνολογίες από μόνες τους αποτελούν αδρανή εργαλεία τα οποία χρειάζεται να «μετατραπούν» σε ευημερία. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο κατά το σχεδιασμό λύσεων να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες κοινωνικοί, περιφερειακοί, περιβαλλοντικοί. Αν και οι ορεινές περιοχές είναι βέβαιο ότι δεν είναι ικανές να επηρεάσουν την πολιτική σε κεντρικό επίπεδο αφού δημογραφικά υστερούν και δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης ενώ και οι εταιρείες ενδιαφέρονται να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των αγροτών των πεδινών περιοχών, οι κατάλληλες τεχνολογίες αποτελούν εργαλεία κλειδιά για τη λύση του προβλήματος μιας συμπεριληπτικής διακυβέρνησης για αυτές τις περιοχές.